12 Τραγούδια από τις Κατακόμβες – στίχοι

ΜΙΑ ΝΕΑ ΑΙΡΕΣΗ

«Ίσως η αποστολή αυτών που αγαπούν την ανθρωπότητα είναι να κάνουν τους ανθρώπους να γελούν με την αλήθεια, να κάνουν την αλήθεια να γελά, γιατί η μόνη αλήθεια βρίσκεται στο να μάθουμε να ελευθερωνόμαστε από το παράφρον πάθος για την αλήθεια.»
Το Όνομα του Ρόδου

Με σύννεφα στα μάτια
κατέβηκες και πάλι,
κρανίο κεκαλυμμένο
από υπερήλιο φως.

Λεπτή βροχή από δάκρυ
υγραίνει τα γυαλιά σου.
Σε είπαν «δειλή ρουκέτα»
ή «ο ιπτάμενος φαλλός».

Παλιοί συμμαθητές σου
κι εγώ ανάμεσά τους
γελούσαμε ακόμα,
γιατί ήταν όρθιο το σώμα
μα ανάποδα ο σταυρός.

 

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΡΑΣΟΦΟΡΟΥ

Είδα τα μάτια του ρασοφόρου
ανάμεσα σε λάβαρα, εικόνες και σταυρούς,
είδα τα μάτια του φοβισμένα
από τα ρόπαλα και τους καπνούς.
Ποιος έχει άδικο, Θεέ μου,
ο ρασοφόρος ή αυτοί;
Ποιος θα νικήσει στο φινάλε,
το φως τους, το σκοτάδι του ή Εσύ;

Όμορφος όσο Ένας
μπήκε στο σπίτι μου απρόσκλητος ξανά,
το γνώριμό του γέλιο με ζεσταίνει,
σιγά-σιγά με παραδίδει στην πυρά.
Βάλτε του αμέσως χειροπέδες!
Κλείστε τον ξανά στη φυλακή!
Θα μ’ εκμαυλίσει πριν αλέκτωρ φωνήσαι τρις…
Από τα μάτια του δε γλίτωσε κανείς…

 

ΤΟ ΔΡΑΜΑ ΕΝΟΣ…

Ναί, Κύριε, καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψιχίων
τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν.
Ματθ. 17:28

Τον είδα κάτω απ’ το τραπέζι μου σκυμμένο
να προσπαθεί να εξισωθεί με τα σκυλάκια,
και να πηδάει τις φωτιές το καλοκαίρι
ιππεύοντας μια ιπτάμενη τσουκνίδα.

Σε ραντεβού θανάτου είχε επιζήσει,
στο θυσιαστήριο βρεφών, στην κατακόμβα,
για ν’ ανεβεί εδώ να τιμωρήσει
όλους εμάς που λατρεύαμε πετσέτες.

Κάποιοι τον είπαν φαύλο ουροβόρο φίδι,
κατάρα σαν το Τσέρνομπιλ και τη θαλιδομίδη,
μα εγώ που ξέρω τ’ όνομά του δε μιλάω
ούτε δακρύζω με το δράμα του τη νύχτα,
το μόνο που ώρες-ώρες με συνθλίβει
είναι η απόγνωση στα μάτια του κρεοπώλη.

 

ΜΗΝ ΑΝΑΦΕΡΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Oh, but don’t mention love
The Smiths, 1987

I skipped the part about love
R.E.M., 1991

dEUS, 1994

Μην αναφέρεις την αγάπη,
μη δώσεις έκταση στην ήττα μου·
είμαι κι εγώ ένας απ’ αυτούς
που έχασαν τη γη τους από φτωχότερους.

Μην αναφέρεις την αγάπη,
ξέχασέ την,
πήδα το τμήμα που αναφέρεται σ’ αυτήν,
μη βλέπεις μέσα μου.

Μη σχηματίσεις ούτε το άλφα,
βγάλ’ το μπροστά από κάθε λέξη που το έχει.
Άλλες αλήθειες η καρδιά μου δεν αντέχει·
ήρθε η ώρα ν’ αθωώσουμε τα ψέματα.

Μην αναφέρεις την αγάπη,
πάρε με πίσω στο αγνό ’85,
τότε που είχα μόνο φυσαρμόνικες στα αφτιά μου,
τότε που είχα μόνο ήλιους στα μάτια μου.

Ούτε την ομορφιά να αναφέρεις,
είχα δηλώσει ανυπεράσπιστος μπροστά της,
κι αν ήμουν πάντα νικητής,
ήταν η νίκη πάντοτε ατελής.

Μη σχηματίσεις ούτε το άλφα,
«άλλη στιγμή» δε θα υπάρξει πια για μας·
για κάθε ανάσταση είμαι ένας άπιστος Θωμάς,
και αρνούμαι τη συγχώρεση σε Πέτρους.

 

ΗΜΟΥΝ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ (στα όνειρά μου)

Ήμουν ο Χριστός στα όνειρά μου –
ο δρόμος μου στρωμένος φοινικόφυλλα·
μα όταν ξυπνούσα ήμουν πάλι το γαϊδούρι
που τον κουβάλαγε…

 

ΑΝΑΤΡΙΧΙΛΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

«Κλίνω υπέρ της συχνοτέρας παρουσίας των ιερέων ανάμεσά μας. Σε πολλά ταραγμένα σπίτια η παρουσία των φέρνει κάτι από την παρηγορητικήν Εκκλησία.»
Κ.Π. Καβάφης, 1918

Ανατριχίλα πάνω από την Παναγία,
σπασμένα κόκαλα παιδιών κι εσύ να τρέμεις.
Να σέρνεται στο δρόμο η ελπίδα
και στο τηλέφωνο ο γιατρός σχεδόν να κλαίει.

Ανατριχίλα πάνω από την Παναγία,
τα γερασμένα αθώα μάτια να δακρύζουν.
Φωνή να λέει «Η ασθένεια θα νικήσει»,
μα η φωτιά της προσμονής δε λέει να σβήσει.

Στάζει απ’ τα γένια του παπά η παστιτσάδα
κι ο γερμανός πέφτει στη θάλασσα
μ’ ένα σπαθί στο στόμα.
33, και δε γέννησε ακόμα
ο που αιώνες τώρα επιπόνως κυοφορεί
του σύμπαντος την τάξη.

Ανατριχίλα πάνω από την Παναγία,
σεισμός μεγάλος κι όλοι κάτω απ’ το τραπέζι.
Ο Σατανάς να σπάει το φως για να γλιτώσει·
Δεκαπενταύγουστο ο κόσμος θα τελειώσει.

Με μια σημαία διαφανή περνάει η Πίστη
και ευλογεί του νυστεριού την Άγια Κόψη,
σε σχήμα Π κι Ωραία την Πύλη της ζωής να κόψει,
για να περάσει στου θανάτου το λιβάδι.

 

ΕΝΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑ

Με κάθε λεπτομέρεια
διαβάζω στις σελίδες
του κορυφαίου μας ποιητή
του περασμένου αιώνα
όλα αυτά που ζήσαμε,
κρυφές φωτογραφίες,
τα ξαναβλέπω να περνούν
με απόλυτη σειρά.

Δεν ήταν θέμα επιρροής,
μόνα τους όλα ήρθαν
και όλα τα εξηγούσαμε
ως «Υπάρχει και αυτό».
Κι αν κάποτε μας σκότωνε,
ύστερα έγινε η ζωή μας,
όλα τα συνηθίσαμε,
δεν έμεινε ενοχή.

Τον πόθο, την απόρριψη,
το «σα να μην υπήρχε»,
της σάρκας το ξεγύμνωμα,
τη «νοσηρά ηδονή»,
όλα εκεί τα διάβασα
κι εκεί ακριβώς που ανήκω,
εκεί ακριβώς κατάλαβα
πως δεν ανήκω πουθενά.

Γιατί είναι και πράγματα
που ο ποιητής δε λέει,
είναι ένα συναίσθημα
που η τέχνη αποσιωπά.

 

Αυτό που τώρα με πονά,
αυτό θέλω να μάθω·
ποιος λογοτέχνης το άρθρωσε,
έχει άραγε γραφτεί;
Αυτό που τώρα με αδικεί,
αυτό ζητάω να μάθω·
ποιος καλλιτέχνης τόλμησε
να το υπαινιχθεί;

 

(ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΜΕ) ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ

Στρουμφάκι, ο δρόμος μου για σένα
ήταν στρωμένος με καρφιά,
ένας ατέλειωτος πόνος η μόνη ανάμνηση από σένα
κι ένα λευκό σκουφάκι στα μαλλιά.

Δεν ξέρω αν όντως χαίρομαι που φεύγεις όπως φεύγεις,
που χάνεσαι μέσα στα Χριστούγεννα
κι αφήνεις μόνο τ’ όνομά σου αποτύπωμα στο χιόνι
(κάποτε έπαιζαν μαζί σου τα παιδιά).

Γιατί είναι κάτι στον αέρα,
κάτι που τρέμει να αρθρωθεί,
που με κρατάει στη θλίψη και στην αποχή.

Ο Γιάννης λέει «σε λίγες μέρες το σήμα για πάντα θα χαθεί»
κι η αναλογία μέσα μου σκάει σαν αστραπή…

 

ΜΝΗΜΕΣ ’85

Γκράντε μαέστρο καλαμπόρτζο
Ράτσα μπαρούφα, ομελέτα, ιστορία
Γιάννης Μηλιώκας, 1990

1η Μαΐου, σε πλατεία φωτισμένη
κρατάω μια πράσινη σημαία με το μέλλον μου.
Σε μια καρέκλα πλαστική κάθεται δίπλα μου κι αυτή
και μεθυσμένη από το φως Του τραγουδάει
με έναν Ήλιο στα μάτια κι έναν Ήλιο στα χέρια,
που στις ακτίνες του καρφώνεται ποπ-κορν.

Ακαδημία ρουσφετιών κι ωδείο ψεμάτων,
εσύ μας έμαθες τα πρώτα μας τραγούδια,
εσύ μας έδωσες τον πρώτο μας παλμό
σε φωτεινά φεστιβάλ – λαϊκισμού ρεσιτάλ,
μέσα απ’ τα μάτια της, Ανδρέα, έναν θεό έβλεπα κι εγώ.
Στην κουρασμένη επαρχία είχε ο λαός κυριαρχία·
μέσα απ’ το μόχθο της σε έβλεπα κι εγώ.
Στην ανθισμένη επαρχία είχε η καρδιά κυριαρχία·
με την καρδιά της σε αγάπησα κι εγώ.

 

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΔΙΑΧΥΣΗΣ)

…σβήσαν απ’ τα χείλη τα τραγούδια,
γύρω μαραθήκαν τα λουλούδια.
Χ. Βασιλειάδης (Τσάντας) / Γ. Ζαμπέτας / Β. Μοσχολιού, 1965

Έκανα το σεντόνι μου φωλιά
να κοιμηθούμε πάλι αγκαλιά,
να μη μαράνει το σκοτάδι τα λουλούδια
και να μη σβήσουν απ’ τα χείλη τα τραγούδια,
στη ζεστασιά να εκκολαφθεί η προαιώνια ενοχή,
να ξαναρχίσει η Ιστορία απ’ την αρχή.

Μα κι αν τελειώνει ο χειμώνας,
κι αν η μέρα μεγαλώνει,
κάτι μέσα απ’ τη χαρά μου
θα βγαίνει να με μαχαιρώνει.
Κι αν ανθίζουν τα χωράφια,
κι αν ο κόσμος μου όλος θάλλει,
μια εικόνα του μυαλού μου
θα με βασανίζει πάλι.

Έκανα την κουβέρτα μου σπηλιά
να κοιμηθείς σαν την Αννούλα του χιονιά
κι είχα τη γνώση -ύστερα πάνω σου το είδα-
πως του εφήμερου κι εσύ είχες τη σφραγίδα,
μα κάθε μέρα που περνάει τον πόθο αυξάνει
αυτό που τώρα ζει ποτέ να μην πεθάνει.

Μα κι αν η Άνοιξη έχει έρθει,
κι αν ο Άδης επικράνθη,
μέσα μου έχω ένα αγκάθι
που πληγώνει όλα τ’ άνθη.
Κι αν η ώρα είναι τώρα
που κι η πασχαλίτσα έχει
το δικαίωμα να ελπίζει,
η καρδιά μου δεν αντέχει
να βλέπει νά ’ρχεται το καλοκαίρι,
ξανά κοντά σου να τον φέρει·
γι’ αυτόν θα κλείνουν τα σχολεία,
για μένα θά ’ρχεται η τιμωρία…

 

ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΗΔΕΙΑ

«Σιδέρωσέ μου το καινούριο το πουκάμισο
και βγάλε μου τη μαύρη τη γραβάτα·
εγώ θα πάω να τις βοηθήσω από νωρίς,
γιατί δεν έχουνε, τα έρημα, άλλον άντρα.»

Τον αγαπούσαμε, κι ας ήταν αστυφύλακας,
στη βέσπα του χωρούσε όλος ο κόσμος.
Ποτέ δεν πείραξε μερμήγκι ή μοστερίτσα…
«Η μάνα του νομίζω είναι θαμμένη στη Γαρίτσα.»

Θυμάμαι στην Αθήνα, είχα πάει να τονε δω
(είχαν οργώσει τα λαϊκά νοσοκομεία).
Είναι πεντέξι χρόνια, κι από τότε δεν τον είδα
παρά -νομίζω- μια φορά στη λιτανεία.

Αχ, έρχεται η ώρα μας και μας…
Ο κύκλος κλείνει με καφέ και με μπαρμπούνι·
να μας κοιτάς από ψηλά και να γελάς
ή να πιστέψουμε πως άραγε πονάς;…

 

ΘΕΜΑ: ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ

Ξέχασα και τ’ όνομά σου
πριν ακόμα ξημερώσει·
ήταν όλα τόσο απλά
ή εγώ έχω μεγαλώσει;…

Έσβησα και τη μορφή σου,
στα μαλλιά σου άλλαξα χρώμα
και στη θέση του δικού σου
έβαλα ένα άλλο σώμα.

Μαρα-μένα λουλουδάκια
πέφτουν από το ταβάνι,
στο όνειρό μου τα μαζεύω,
μα δε φτάνουν για στεφάνι.

Δύσκολο να το πιστέψω,
μα νομίζω πως αντέχω
στο πικρό χαμόγελό σου
τα μάτια μου πια να μην έχω.

Κι αν το χέρι μου είχες νιώσει
στην πλάτη σου σαν χίλια βάρη,
ήταν για ν’ αφήσει πίσω
σε σένα εσένα, που είχα πάρει.

Ξέχασα και τ’ όνομά σου
πριν ακόμα ξημερώσει·
ήξερα πως πριν ξυπνήσω
θα σ’ έχω μέσα μου σκοτώσει.

Έθαψα και τη φωνή σου
σε αλήστου μνήμης βάθη
και η καρδιά που μου είχες δώσει
ξαφνικά εχάθη!

Κοιμισμένα καραβάκια
βλέπω απ’ το παράθυρό μου·
αριστοκρατία του Πόνου
ξεμακραίνεις στο μυαλό μου…

Δύσκολα θα το πιστέψουν
πως σ’ έχω ήδη ξεπεράσει,
μα δεν ήσουνα δικό μου
και τίποτα δεν έχω χάσει.

Ξέχασα και τ’ όνομά σου
μέσα σε μια νύχτα μόνο,
μα κάποιος είπε «καλοκαίρι»,
γύρισες, κι εγώ κρυώνω…