Consortium in Amato – στίχοι

ΕΠΙΚΛΗΣΗ ΣΤΟ ΝΕΑΡΟ ΒΕΡΘΕΡΟ

Τα πάθη σου ζηλεύω, νεαρέ μου,
διψάω για αγάπη με οδύνη νοθευμένη.
Μες στο μαρτύριο να χάνεται η χαρά
κι απ’ το μαρτύριο να ξεπηδάει ξανά.
Να ξεπηδάει απ’ το μαρτύριο η χαρά
και στο μαρτύριο να χάνεται ξανά…

Έτσι γεννήθηκα, αυτή είναι η αλήθεια,
και το εκ φύσεως ανατρέφει ο εθισμός.
Τρέμω όταν βλέπω στους καθρέφτες των σελίδων
200 χρόνια ματαιώσεων και ελπίδων.
200 χρόνια ματαιώσεων και ελπίδων
εμάς ζηλεύουν στους καθρέφτες των σελίδων.

ΣΚΥΨΕ ΜΕ ΑΓΑΠΗ

«τί ἐμοὶ καὶ σοί,  Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου;»
Λουκ. η΄ 28-29

Αν με δεις με ένα βέλος στην καρδιά,
σκύψε με αγάπη.
Αν με πετύχεις στο λαβύρινθο της νύχτας
με τα μάτια νυσταγμένα και βαριά,
σκύψε με αγάπη.
Κι αν πιο μετά με βρεις με το πουκάμισο σκισμένο
να κρέμομαι απ’ το δέντρο και με σπασμένα τα γυαλιά,
σκύψε με αγάπη.

Σκύψε με αγάπη, αν το μάθεις τελικά
πως εξομοίωσα τα λόγια σου με νεοχίπικες μπαρούφες.
Κι αν δεις στην άσφαλτο αλυσίδες και λεφτά,
σκύψε με αγάπη στο μέρος που πονά,
βάλε το χέρι σου στα χέρια σου
να νιώσεις τα σημάδια απ’ τα καρφιά,
πριν με σταυρώσεις.

Αν με βρεις σε μια υπόγεια στοά,
σκύψε με αγάπη.
Αν με διακρίνεις στο σκοτάδι να κοιμάμαι
με χειροπέδες στου φιδιού την αγκαλιά
σκύψε με αγάπη.
Κι αν ξαφνικά με δεις με το χιτώνα μου σκισμένο
να πέφτω από το δέντρο και με αγκάθια στα μαλλιά,
σκύψε με αγάπη.

Σκύψε με αγάπη, αν σ’ το πούνε τα Παιδιά
πως δε σε πίστεψα ποτέ γιατί μου θύμιζες εμένα
και τώρα σέρνομαι απ’ την άνοιξη σε πέτρες και καρφιά.
Σκύψε με αγάπη πάνω απ’ το σώμα που σκιρτά,
βάλε το χέρι σου στα χέρια μου
να δεις πως είμαι ομοίωμά σου τελικά,
πριν με λατρέψεις.

ΤΡΕΛΑΝΕ ΜΑΣ ΚΙ ΑΠΟΨΕ

Τρέλανέ μας κι απόψε,
02:45 –
να γλείφουνε το σπίτι σου οι φωτιές
κι εσύ να τρως παγωτό.
Να με φιλάς ατελείωτα,
νά ’μαι ο τέλειος φίλος σου,
αυτός που θα σε πάρει
στα σκληρά μέρη των προγόνων μας.
Σε βενετσιάνικα πηγάδια
το φως σου να χύνεται
κι ό,τι γράφτηκε πάνω σου
αυτομάτως να σβήνεται.

Γάμησέ μας κι απόψε,
πάρε εσύ ό,τι απέμεινε·
μαδημένα τριφύλλια
στης Ευρώπης το ζεστό καναπέ.

ΓΑΤΟΙ (Αποσπάσματα από τις Πύλες του Ανεξήγητου)

Γάτες στις κολόνες
με την άφιξή σου
τρέμουν να πιστέψουν
πως δένομαι μαζί σου.
Πάνω στο χορτάρι
τρέχουνε στρουμφάκια
να μου φέρουν την άνοιξη.

Το ξέρω, τό ’χω ζήσει,
το ψέμα του ξέρω,
μα τόση θάλασσα στα μάτια
πώς θα την υποφέρω;
Μέσα απ’ το πηγάδι
ένα αόρατο χέρι
απ’ τα μαλλιά τραβάει αυτόν
που είχε πάρει το καλοκαίρι.

Έβλεπα το Πάσχα
πάνω σου να σβήνει
και πυγολαμπίδες
μέσα σου ν’ αφήνει
κι είχα την ελπίδα
με τόσο φως στο στήθος
πως θά ’σαι για πάντα παιδί.

 

Μα τώρα γάτοι στο κρεβάτι
το αίμα σου πίνουν
και πριν «Μπαμπά!!!» φωνάξεις
όλα τ’ αστέρια σβήνουν·
και μέσα στο σκοτάδι
ένα επάρατο χέρι
δαιμόνια σκορπάει
να θάψουν το καλοκαίρι.

ΩΔΗ ΣΤΗ ΜΥΡΣΙΝΗ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ

Σε θυμάμαι που κρατούσες κάτι σχέδια παιδικά,
τώρα κρύβεις μες στην τσέπη το πιστόλι.
Μάνος Λοΐζος, 1980

Σαν ένοχος θα μπεις
από την πόρτα μου κι εσύ,
θα στάζει απ’ την καρδιά σου
ένα μικρό νοσοκομείο,
στο χέρι θα κρατάς
τις παιδικές μου ζωγραφιές –
βαμμένα κάγκελα με αίμα ακόμα κρύο.

Ποια είσαι δε θα ξέρω,
μα θα ξέρω, σ’ έχω δει
με την ποδιά σου
σ’ ένα αρχαίο νεκροτομείο.
Μεγάλωσες πολύ,
μα είσαι ακόμα ένα παιδί
που διψάει να δει εκτελεσμένο το θηρίο.

Τα μάτια σου θα λάμπουν
σαν εκείνο το πρωί
που έγινε ο κόσμος σου
ένα απέραντο, χρυσό νεκροταφείο.
Μην κλαις που θα χαθούμε,
μια πόρτα είναι η ζωή,
που όλο τρίζει στο λαϊκό το καφενείο.

ΕΙΔΑ ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΜΟΥ ΠΩΣ ΔΕΝ ΤΗΝ ΑΓΑΠΟΥΣΑ

Είδα στον ύπνο μου πως δεν την αγαπούσα·
ανέβαινε τις σκάλες και την έσπρωχνα,
έκλαιγε και της έκλεινα το στόμα,
μ’ εκλιπαρούσε και την έριχνα στο χώμα.

Είδα στον ύπνο μου πως δεν την αγαπούσα,
πως το αντάλλαγμα στο χάδι ήταν χαστούκι.
Αυτή κρατούσε την καρδιά της, να μου δώσει,
κι εγώ γελούσα που τα πάντα είχαν τελειώσει.

Είδα στον ύπνο μου οργισμένη την αλήθεια·
ξύπνησα ιδρωμένος και της τό ’πα.
Αχ, όπως στο όνειρο να ήμουνα σκληρός,
να μη με σκότωνε ο αποχωρισμός…

Η ΠΟΙΗΣΗ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΜΑΖΙ (28)

Στην πολυθρόνα της μαμάς σου καθισμένη,
είχες μια κάμερα μπροστά σου
και στην καρδιά σου το μπαμπά σου
και μες στα μάτια όλη τη μεταπολίτευση.

Ήταν η Ελλάδα ακόμα όμορφη και νέα
κι όλοι περνούσαμε καλά
με Παπανδρέου και… Κοσκωτά
κι ήταν ωραία τα μεσημέρια στην τηλεόραση.

Ήμουν 16 και ήσουν 28,
εγώ χανόμουν στο MTV κι εσύ χανόσουν στη ζωή·
ποιος να το πίστευε μια μέρα πως θα πλανιόμαστε μαζί
ποδοπατώντας τα νεράντζια στο δρόμο για την αλλαγή.

Θυμάμαι ακόμα το χαμόγελο στο δρόμο κάτω απ’ το σπίτι σου –
έχει σαν στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει.

Πρώτη φορά Αριστερά, μα είμαστε τώρα μακριά –
εκεί πατάτε τα νεράντζια, εδώ πατάμε την ελιά.
Κι αν δε γεράσουμε μαζί, ήτανε λίγο αλλά πολύ –
μέσα στην κούραση της γλώσσας ήσουν εγώ κι ήμουν εσύ·
ήταν η ποίηση που γράψαμε μαζί.

EIXA TA NIATA TOY ΚΑΠΟΤΕ (Η ΝΕΟΤΗΤΑ)

He was the baby of the class, you know,
he really didn’t know that one and one was two…

Είχα τα νιάτα του κάποτε,
όταν ο ήλιος έβγαινε, κοιμόμουν μ’ αυτά.
Δεν είχα άλλη χαρά, μα είχα μόνο χαρά.

Είχα τα νιάτα του κάποτε,
κι αν είχα μόνο αυτά, είχα τόσα πολλά·
γιατί τα είχα εγώ αποκλειστικά.

Μα η ζωή ήταν γεμάτη πιθανότητες,
νέα κανάλια εμφανίζονταν συχνά σε νέες συχνότητες.
Δεν τη βαρέθηκα ποτέ, απλά τελείωσε
αυτή η νεότητα που με ενηλικίωσε.
Μα τώρα είναι εδώ ξανά με μια μορφή εξωτική
και το τραγούδι ξαναρχίζει απ’ την αρχή…

Είχα τα νιάτα του κάποτε,
όταν οι δρόμοι άδειαζαν κατέβαινα μαζί τους.
Κι αν τότε δεν το ήξερα, εγώ ήμουν η φωνή τους.

Είχα τα νιάτα του κάποτε,
το κουρασμένο του σώμα και τ’ άσπρα του μαλλιά σού τα χαρίζω·
εσύ τώρα γκρεμίζεις, μα εγώ ακόμα χτίζω.

Ο ΤΖΙΜΗΣ

Ήμουν παιδί και άκουγα πως σέρνεσαι σαν φίδι
στο πάρκο πίσω απ’ το σχολείο,
στην πιάτσα των ταξί, στο πρακτορείο,
σε τελετές μοτοσυκλέτας πως θυσιάζεσαι.

Μεγάλωνα και μάθαινα πως παίζεις την τιμή σου
στη λέσχη των μεταφορέων,
πως βγαίνεις με αναρχικούς απ’ τα δημόσια ουρητήρια,
τις Κυριακές στο γήπεδο πως τρέχεις,
από το χέρι του παπά σ’ αυτό του χούλιγκαν.
Στην εκκλησία οι απλοί σε ξέρανε Δημήτρη,
μα στα μεγάλα μοναστήρια σε βαφτίσανε…

Α Τζίμη, κάποτε ερχόσουν και στο σπίτι μας·
έπαιρνες τα ξερά ψωμιά και άφηνες δυο-τρία αβγά –
τρώγανε οι κότες κι απ’ το στόμα τους μεγάλωναν μικρά παιδιά.
Τώρα δεν έμεινε κανείς να σε θυμάται στο Μαντούκι.

ΠΩΣ ΕΚΛΑΨΑ ΞΑΝΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ (βλέποντας μια αμερικάνικη ταινία) ή ΤΟ ΜΠΛΟΚΑΚΙ

Έκλαψα σήμερα πολύ
μόνος μου στο μπαλκόνι·
μέσα απ’ τα μάτια της εσύ,
να τρέμεις στην οθόνη.

Εκεί ήταν Χριστούγεννα
κι εδώ είναι ακόμα καλοκαίρι,
κι αν είναι ο έρωτας κρυφός,
η μέλισσα το ξέρει.

Έγραψα στο μπλοκάκι της
(τι να πρωτοξεχάσω;…)
πως μόνο έτσι είναι καλή η μοναξιά·
αν σε βρω και αν σε χάσω.

Μα τώρα αρχίζει ο χορός,
και η καρδιά ξαναχτυπάει (πιο δυνατά).
Κανείς δεν έχασε κανέναν τελικά
(Γιάννη, σ’ το λέω φιλικά).

Έκλαψα σήμερα πολύ,
ξανά μετά από χρόνια
(είναι η δικιά μου κοντινή Αμερική
ο Johnny Cash, ο Dylan, τα παιδιά τους και τα εγγόνια).

Σταμάτησα το στοίχημα,
έκοψα και τα χάπια…
κι έτσι όπως έμπαινε το φως,
πλημμύρισαν τα μάτια.

Μωρό, σ’ αγάπησα κι εγώ
κι αν θέλεις το πιστεύεις
πως το μπλοκάκι είναι κενό χωρίς αυτό:
νά ’ρχεσαι και να φεύγεις.

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ

Είδα στον ύπνο μου πως είχα έρθει
στο σπίτι σου και είχες ξαφνιαστεί.
Κλείνουμε μήνα στα μαχαίρια
(όχι απλά δεν είμαστε μαζί)
και περιμένει ο καθένας απ’ τον άλλο
το πρώτο βήμα επανένωσης να κάνει.
Μα είπες πράγματα πολύ σκληρά –
κι εγώ ίσως έκανα σκληρότερα…

Θέλω να τρέξω και να σε φιλήσω
εκεί που δοκιμάζεις το φαΐ.
Θέλω να τρέξω να σου πω πως θέλω
ακόμα να σε φάω ολόκληρη.
Κάποτε βγαίνεις λίγο απ’ την αγάπη·
τη θέλεις, μα όχι για πολύ την αλλαγή.
Το ξέρω τώρα το ίδιο σκέφτεσαι κι εσύ…
Μπαίνει ο χειμώνας και δεν είμαστε μαζί
να παίζουμε «Το Μέλλον»,
να γελάμε με το μέλλον,
να παίζουμε πως είμαστε μαζί.

Είδα στον ύπνο μου πως είχα έρθει
στο σπίτι σου – ήταν κι ο Γιώργος εκεί.
Όλοι πονούσαμε για κάτι ωραίο
που χάθηκε πολύ νωρίς.
Σου είπα πως ξέρω πια τα πάντα για σένα,
το Πύρινο Άλογο πως είσαι, και γελούσες.
Πως τώρα, μωρό μου, όλα εξηγούνται
και τελικά είμαστε (και οι δυο) κι επίσημα τρελοί…

Θέλω να τρέξω και να σε προλάβω –
ασυνταξίες πια μαζεύτηκαν πολλές.
Θέλω να τρέξω να σου πω πως είναι
οι μέρες σου που χάνω οι πιο γλυκές.
Κάποτε βγαίνεις λίγο απ’ την αγάπη…
Αχ, σ’ αγαπάω, μα πιο πολύ τη ζωή…
Πρέπει να το καθυστερήσουμε ακόμα!
Μα είχαμε πει πως θα κάναμε Χριστούγεννα μαζί
γελώντας με το μέλλον,
ξορκίζοντας το μέλλον,
κοιτάζοντας το μέλλον μας να λιώνει στη βροχή…

Θέλω να τρέξω και να σε…
εκεί που ανακατεύεις το φαΐ.
Θέλω να τρέξω να σε φάω ζωντανή…
Κάποτε βγαίνεις λίγο απ’ την αγάπη…
Αχ, σ’ αγαπάω πολύ, μα πιο πολύ τη ζωή…
Πρέπει να το καθυστερήσουμε, μωρό μου…
Μα αυτό το χαμόγελο μου λείπει όλο και πιο πολύ…

Θέλω να τρέξω και να σε προλάβω –
ασυνταξίες πια μαζεύτηκαν πολλές.
Θέλω να τρέξω να σου πω πως είναι
οι μέρες μου χωρίς εσένα αβάσταχτες.
Κάποτε βγαίνεις λίγο απ’ την αγάπη·
τη θέλεις, μα όχι για πολύ την αλλαγή.
Το ξέρω τώρα το ίδιο σκέφτεσαι κι εσύ…
Είχαμε πει πως θα κάναμε Χριστούγεννα μαζί…

ΤΑ ΓΚΟΦΡΕ ΣΕΝΤΟΝΙΑ

Τα αγάπησα
τα πράσινα γκοφρέ σεντόνια σου·
εκεί χανόμουνα κι εγώ,
δεν ήσουν μόνη σου σ’ αυτό,
μέσα στον ίδιο πυρετό κι οι δυο πεθαίναμε.

Δεν το ξανασυνάντησα
το μωβ ανάμεσα στα πόδια σου·
εκεί κρυβόταν η ζωή,
δεν είχε άλλη επιλογή –
με της νεότητας την κούραση παλεύαμε μαζί.

Τα αγάπησα
τα πράσινα γκοφρέ σεντόνια σου·
εκεί κρυβόταν η χαρά
εκεί ήταν όλα φοβερά,
μα τα 27 σου χρόνια δε μου φτάνανε.

Όχι, ποτέ δεν τα ξέχασα
τα πράσινα γκοφρέ σεντόνια·
εκεί θα χύνουμε αιώνια –
σ’ αυτή τη γη, στον Κάτω Κόσμο ή στον Παράδεισο…

ΤΟ ΜΟΝΟ ΨΕΜΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΩ

Βλέπω γραμμένο το όνομά σου
και τρέμω για όσα δεν πεθαίνουνε (ποτέ).
Δεν είμαι πια εγώ χωρίς εσένα,
είναι βαθύτερο το τραύμα και το ξέρουμε.

Το είπε κι η Αναστασία,
αυτή η ιστορία δεν τελειώνει έτσι απλά·
θα μπει για λίγο στο «κουτάκι» εκεί ψηλά
και θά ’ναι ακόμα πιο ωραία όταν βγει ξανά.

Θά ’χουν μακρύνει τα μαλλιά σου
και θα μικραίνεις μεγαλώνοντας,
και θά ’χει γίνει ο αποχαιρετισμός
η μέρα εκείνη που γεννήθηκε το φως.

Άλλοι το είπανε «μια πλάνη»
κι άλλοι απλά «εξιδανίκευση»,
μα εγώ που έκανα το ανέφικτο εφικτό
βλέπω σ’ αυτό το μόνο ψέμα που αγαπώ.

ΚΥΚΛΟΙ

Ξεθωριασμένη εικόνα, είχα ένα χρόνο να σε δω
και μου ξανάρθες, έτσι απρόκλητα, στη μνήμη.
Θ’ αναζητήσω, όπου και νά ’σαι, να σε βρω·
αυτός ο κύκλος, δυστυχώς για μας, δεν κλείνει.

Το ξέρω, πρόσφατα την έπιασες κι εσύ
σε ανεξέλεγκτες κρυφές σου καταστάσεις
τη ροζ συχνότητα που εκπέμπουμε μαζί
και μας συντονίζει σε εξωγήινες διαστάσεις.

Πονάει τόσο, που είναι αστείο να το κρύβεις
πως το περίμενες και το ήθελες να γίνει.
Σε βλέπω ήδη από πάνω μου να σκύβεις·
αυτός ο κύκλος, ευτυχώς για μας, δεν κλείνει.


Επιπλέον τραγούδια στην έκδοση βινυλίου:

ΤΟ ΡΟΖΙΑΣΜΕΝΟ ΧΕΡΙ

Το βιβλίο που ανοίγει
το ροζιασμένο του χέρι
τιτλοφορείται «Κομματοκρατία».
Θέλω να τρέξω να το φιλήσω
και να του πω πως την αγάπησα
κι εγώ την ουτοπία.

Κι αυτές τις δύσκολες μέρες
αν κρατιέμαι από κάτι,
είναι αυτό που μού ’χει μάθει
το ροζιασμένο του χέρι·
αυτό που γράφει στην πέτρα
και κάνει φως το σκοτάδι,
η ομορφιά να περάσει,
να φέρει το καλοκαίρι.
Κανείς να μη μείνει απ’ έξω
και να δακρύζουν και οι σκύλοι
για το κορίτσι που ήρθε
και το λένε «Δημοκρατία».

ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΨΕΜΑ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΑ

Έβλεπα γραμμένο το όνομά σου
κι έτρεμα για όσα δεν πεθαίνανε.
Δεν ήμουν πια εγώ χωρίς εσένα,
ήταν βαθύτερο το τραύμα και το ξέραμε.

Έφυγε κι η Αναστασία απ’ τα Πετράλωνα,
κι αυτή η ιστορία έχει τελειώσει έτσι απλά·
κάποτε μπήκε στο «κουτάκι» εκεί ψηλά
κι έσβησε μέσα στο «κουτάκι» εκεί ψηλά.

Είχαν μακρύνει τα μαλλιά σου
κι είχες μικρύνει μεγαλώνοντας, πολύ,
μα είχε γίνει ο αποχαιρετισμός
η μέρα εκείνη που κηδέψαμε το φως.

Άλλοι το είχαν πει «μια πλάνη»
κι άλλοι απλά «εξιδανίκευση»,
μα εγώ που έλιωνα το κάθε χέρι που κρατούσα
είδα σ’ αυτό ένα ακόμα ψέμα που αγαπούσα.

ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Κάποιοι είπαν πως ζήλεψες τον ήλιο μου
κι όλους αυτούς που στριμώχνονται
από κάτω τα καλοκαίρια.
Πως θέλεις να μεθάς κι εσύ με λίγη θάλασσα,
λίγο κρασί, τ’ αγόρι σου,
και να πατάς τις κουτσουλιές στα μπαλκόνια απ’ τα περιστέρια.
Να ζεις κι εσύ πώς είναι να μπαίνει η άνοιξη
μέσα σου και να μιλά με έναν τρόπο μαγικό.
Ν’ ακούς τον αναστεναγμό μου και να χαίρεσαι μ’ αυτό,
μα δε θα γίνει δικό σου το δικό μου μυστικό.

Μα εγώ το ξέρω πως…

Ξέρεις πως μπορούμε να ζήσουμε με αγάπη εγώ κι εσύ,
με πίστη πως κανείς σε κανέναν δε χρωστάει.
Ξέρεις πως η αλήθεια μοιράζεται όταν έρχεται η στιγμή
που ο χρόνος για όλους μας αντίστροφα μετράει.

Άλλοι είπαν πως ήρθε πια η ώρα να χωρίσουμε
κι άλλοι πως δεν έχω μέλλον εγώ χωρίς εσένα.
Μα εμάς οι αναστεναγμοί μας δε χωράνε πουθενά
και όταν πέφτει το σκοτάδι δεν υπάρχουν μυστικά.

Avanti…

Ξέρεις πως μπορούμε να ζήσουμε μαζί εγώ κι εσύ –
αλήθεια, ο πόνος κι η χαρά μας την ίδια γλώσσα δε μιλάει;
Και ξέρεις πως ο φόβος μοιράζεται, όταν έρχεται η στιγμή
που τα φώτα σβήνουν· κι εκεί δεν ψάχνεις ποιος νικάει.
Ξέρεις κατά βάθος πως είμαστε ίδιοι, αν και διαφορετικοί,
πως όλοι θέλουμε στο τέλος κάποιον να μας αγαπάει.
Ξέρω πως η αλήθεια μοιράζεται, ξέρω πώς είναι η ζωή,
πως μια μέρα για όλους μας φεύγει και πίσω δε γυρνάει.